ανιγρός

Ονομασία μικρού ποταμού της αρχαίας Τριφυλίας. Πήγαζε από το όρος Λάπιθο ή Μάκιστο, το σημερινό Καϊάφα και Σμέρνα, και χυνόταν κοντά στην πόλη Σαμικόν ή Αρήνη ή Μάκιστον, κοντά στις εκβολές του Αλφειού. Σύμφωνα με αρχαία παράδοση (λεγόταν τότε Μινύειος), στα νερά του είχαν εξαγνιστεί οι κόρες του Προίτου από τον Μελάμποδα. Άλλοι πάλι πίστευαν ότι εκεί είχαν πλυθεί οι Κένταυροι, πληγωμένοι από τα βέλη του Ηρακλή, τα οποία είχε προηγουμένως βουτήξει στο δηλητήριο της Λερναίας Ύδρας. Στους λόγους αυτούς απέδιδαν την έντονη δυσοσμία των νερών, ενώ στην πραγματικότητα η δυσοσμία οφειλόταν στο γεγονός ότι τα νερά λίμναζαν επειδή εμποδίζονταν από σωρούς άμμου και δυνατούς ανέμους να εκβάλλουν στη θάλασσα. Πίστευαν επίσης ότι τα νερά είχαν ιαματικές ιδιότητες για διάφορες δερματικές παθήσεις, γι’ αυτό πολλοί πήγαιναν να πλυθούν εκεί ή στο παραπλήσιο άντρο των Ανιγρίδων νυμφών, στις οποίες έκαναν θυσίες και ευχές πριν από την είσοδό τους.
* * *
ἀνιγρός, -ή και -ά, -όν (Α)
ανιαρός, κακός.
[ΕΤΥΜΟΛ. Άγνωστης ετυμολογίας].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • ἀνιγρός — masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Ἄνιγρος — masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀνιγρά — ἀνιγρός neut nom/voc/acc pl ἀνιγρά̱ , ἀνιγρός fem nom/voc/acc dual ἀνιγρά̱ , ἀνιγρός fem nom/voc sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀνιγρόν — ἀνιγρός masc acc sg ἀνιγρός neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀνιγραί — ἀνιγρός fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀνιγροῖς — ἀνιγρός masc/neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀνιγροί — ἀνιγρός masc nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀνιγροῦ — ἀνιγρός masc/neut gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀνιγρούς — ἀνιγρός masc acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀνιγρή — ἀνιγρός fem nom/voc sg (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.